Οι συντεταγμένες της «Γαλήνης» εντός μου.
Η δεύτερη επίσκεψη μου στον οικισμό της Νέας Γαλήνης ήταν γεγονός. Αυτή τη φορά βρισκόμουν στη Νέα Γαλήνη για να ακούσω τους ανθρώπους και τις ιστορίες που είχαν να διηγηθούν. Το πρωινό της 25ης Μαρτίου ξεκίνησε μετά από ένα βαθύ και γαλήνιο ύπνο. Γαλήνιο, όπως κι ο οικισμός που με φιλοξενούσε.
Η θέα από την σοφίτα της Κας Σοφίας και η ησυχία της θάλασσας σε καθηλώνανε. Λίγο αργότερα το σπίτι άρχισε να γεμίζει από τις φωνές των γειτόνων που σιγά σιγά κατέφταναν από τα διπλανά σπίτια. Πρώτος ήρθε ο Σίμος με ένα μπουκέτο από ταραξάκο. Στην Γαλήνη έτσι γινόταν. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερος λόγος για να μαζευτούν οι παρέες. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερος λόγος για να σου προφέρουν οι γείτονες ένα μπουκέτο λουλούδια. Λίγο αργότερα στην παρέα προστέθηκε η Λένα και η Αγάπη. Η γλυκιά μυρωδιά του εσπρέσο έκανε την γλώσσα μας να τρέχει ροδάνι για τα γέλια που είχαν προηγηθεί το προηγούμενο βράδυ, μετά από της γερές δόσεις κρασιού που καταναλώσαμε με τον Παλαιστίνιο φίλο Nidal. Ζούσε στην περιοχή 10 χρόνια και είχε μάθει αρκετά Ελληνικά. O Σίμος τον αποκαλούσε Nadal. Ισχυριζόταν πως έτσι, του ήταν ευκολότερο να θυμάται το όνομα. Κάθε φορά που τον αποκαλούσε Nadal μου ερχόταν να βάλω τα γέλια γιατί θυμόμουν την δικιά μου τεράστια δυσκολία με τα ονόματα. Nadal λοιπόν. Ας ήταν. Ήταν καλοπροαίρετος ο Nidal, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα με αυτό. Του αρκούσε, όπως και σε μας, η καλή παρέα και η Ελληνική «Γαλήνη».
Σύντομα, μετά τον καφέ, η παρέα σκόρπισε για να προετοιμαστεί για το γεύμα που θα ακολουθούσε. Εγώ, έχοντας καταναλώσει κατά τα λεγόμενα της Κας Σοφίας (και δεν είχε άδικο) μια «κατσαρόλα καφέ», την ακολούθησα προς αναζήτηση περισσότερων ιστοριών. Από αυτές που προκύπτουν αυθόρμητα, από αυτές που ως ραχοκοκαλιά τους, έχουν την καλή πίστη των ανθρώπων. Στον δρόμο συνάντησα τον κύριο Άγγελο. Το διπλό bypass δεν τον εμπόδιζε να απολαμβάνει την θάλασσα και τον ήλιο. Θα ήθελε να δει στον οικισμό ένα ζαχαροπλαστείο για να μπορεί να πηγαίνει τα εγγονάκια του για παγωτό τα καλοκαίρια. Έτσι μου είπε. Άνοιξα το σημειωματάριο και σημείωσα δυο λέξεις: ζαχαροπλαστείο και πρώτες βοήθειες. Δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα ούτε το ζαχαροπλαστείο, ούτε η εκπαίδευση πρώτων βοηθειών. Οι κάτοικοι το άξιζαν, γιατί την αλληλεγγύη την είχαν μέσα τους και μπορούσαν να της δώσουν και σχήμα και μορφή. Έκλεισα το σημειωματάριο και άνοιξα το βήμα για να προφτάσω την κα Σοφία.
Ο δρόμος με έβγαλε στο σπίτι του προέδρου της Νέας Γαλήνης ο οποίος μιλούσε ήδη μαζί της. Με υποδέχτηκαν με ανοικτή αγκαλιά. Σαν να με γνώριζαν από πάντα. Η γυναίκα του προέδρου περίμενε από στιγμή σε στιγμή τα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη και η κουζίνα είχε πάρει φωτιά. Τα τηγάνια και τα μίξερ δούλευαν υπερωρία. Κλέψαμε λίγο από το χρόνο του προέδρου για μια ακόμα ιστορία. Μου εξήγησε πως είχαν μοιράσει το αγροτεμάχιο με τον καλό του φίλο: «Μια μέρα κορίτσι μου, πίναμε τα ουζάκια μας και βάλαμε κορώνα γράμματα. Εμένα μου έτυχε το κομμάτι δεξιά, κι έμεινα από αυτή τη μεριά. Δεν είχαμε διαφορές». Την πιο ακατάλληλη στιγμή έχυσα το ποτήρι με το νερό που μου είχαν προσφέρει. Δεν έπρεπε να είχα πιεί εκείνη την κατσαρόλα με τον εσπρέσο. Η κα Σοφία είχε δίκιο. Ορίστε! τώρα στεκόμουν γεμάτη ενοχές που είχα χαλάσει την ιστορία πάνω στο καλύτερο. Η γυναίκα του προέδρου μάλλον το κατάλαβε και έσπευσε σαν πυροσβεστήρας: «Μην στεναχωριέσαι κορίτσι μου, νερό είναι, εγώ το νερό το έχω για καλό». Ήταν απίστευτο το πως οι κάτοικοι μπορούσαν να μετατρέψουν τα πάντα σε κάτι καλό.
Χαιρετήσαμε τον πρόεδρο και τη γυναίκα του και κινήσαμε για την επιστροφή. Στο σπίτι της Κας Σοφίας ετοιμαζόταν μια δεύτερη γιορτή. Τα ψάρια που είχαν μαριναριστεί με μπόλικο χοντρό αλάτι και δενδρολίβανο, ήταν έτοιμα να μπουν στα κάρβουνα. Έκλεψα πέντε λεπτά μέχρι να στρωθεί το τραπέζι για να μπορέσω να βιντεοσκοπήσω στα κλεφτά με το drone τον οικισμό. Ήθελα να κλείσω μια εικόνα του μέσα μου, για όλες εκείνες τις φορές που θα ένοιωθα πως η ανθρωπιά είχε χαθεί. Κάτι σαν υπενθύμιση. Στην απογείωση τα νερά της θάλασσας λαμπύριζαν. Στο βάθος άκουσα την Λένα να ρωτά: «Η Ιωάννα που είναι;» «Μάλλον θα κάνει περίπατο» απάντησε η κυρία Σοφία. Προσγείωσα το drone γρήγορα και άτσαλα. Δεν πειράζει θα συμμάζευα το πλάνο στο μοντάζ. Μπήκα στην αυλή και ήταν όλοι εκεί. Η οικοδέσποινα κα Σοφία, ο Σίμος που είχε αναλάβει το ψήσιμο, η Λένα και η Αγάπη με τiς υπέροχες σαλάτες τους, ο Nidal που είχε φέρει γράπα, επιστρέφοντας από την παρέλαση της Νέας Καλλικράτειας, για να τιμήσει την Ελληνική φιλοξενία, η Γιούλκα με τις μοσχοβολιστές της πατάτες, η κα Βάσω που με τρατάριζε κάθε λογής μεζέ κάθε φορά που δεν έφτανα. Αναστέναξα από ανακούφιση. Πλέον δεν με ένοιαζε αν το πλάνο του drone ήταν καλό, γιατί το κάδρο της Γαλήνης μέσα μου ήταν υπέροχο. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από την φωνή του Nidal που τώρα ύψωνε το ποτήρι του και μας καλούσε σε πρόποση: «Στην υγειά μας!». Αυτή ήταν η Γαλήνη. Μια μικρή κουκίδα στο χάρτη γεμάτη από ανθρώπους που θα έδιναν τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Έφυγα με μισή καρδιά, χωρίς να πω πολλά αντίο. Ήθελα να τους αγκαλιάσω σφιχτά έναν έναν, αλλά προτίμησα να μην το κάνω. Δεν μου άρεσαν οι αποχαιρετισμοί. Αυτή ήταν μια μορφή άμυνας που είχα αναπτύξει με τον καιρό, κάθε φορά που αποχωριζόμουν κάτι αγαπημένο. Θα τους αγκαλιάσεις όταν θα τους ξανά δεις, είπα μέσα μου και η ψυχή μου γέμισε Γαλήνη! Δεν υπήρχε λόγος να στεναχωριέμαι. Η Γαλήνη είχε συντεταγμένες και εγώ τις είχα βρεί…!
Ιωάννα Διβριώτη





